Καλέστε στο 2104930501
mastorikorda@gmail.com

Κέντρο Λογοθεραπείας & Εργοθεραπείας Παιδιών - Εφήβων & Ενηλίκων - Έκφραση και Ανάπτυξη


Έδρα: Λαοδικείας 126Α
18451 Νίκαια

Τηλέφωνο 210 - 49 30 501
Φαξ 210 - 49 30 501

Υποκατάστημα: Γρηγορίου Λαμπράκη 337
18451 Νίκαια

Τηλέφωνο 210 - 49 30 414
Φαξ 210 - 49 30 501

info@ekfrasi-anaptixi.gr

Στην αρχή

  • Ekfrasi kai Anaptyxi logo

Άρθρα - Νέα Έκφραση και Ανάπτυξη


Πως μπορώ να βελτιώσω την ομιλία του παιδιού μου στο σπίτι; | Γράφει η Άννα Μαστορή

Μητερούλες και  μπαμπάδες  εξοικειωθείτε με τα παιδικά τραγουδάκια,  τα ταχταρίσματα,  τα νανουρίσματα, επιλέξτε 2-3  και τραγουδήστε τα καθημερινά στο μωρό σας. Κάποια στιγμή όταν του τραγουδάτε, σταματήστε για να σας συμπληρώσει όπως θέλει το μικρό σας.

 Παίξτε μαζί του, με τους ήχους που σας περιβάλλουν καθημερινά, μάλιστα συνδυάστε τους με τις φωνούλες του αλφάβητου μας π.χ. «βββββ»  το αεροπλάνο, «φφφφφ» ο αέρας , «σσσσς»  όταν κάνω ησυχία, «ζζζζζ» η μυγούλα, «λα-λα-λα» η μουσικούλα, «ττττ» οι σταγόνες  που πέφτουν από τη βρύση, «ψψψ» όταν καλούμε τη γατούλα και ότι άλλο επιστρατεύσει η φαντασία σας. Το παιχνίδι αυτό θα το βοηθήσει όχι μόνο να ξεχωρίζει αλλά και να χρησιμοποιεί  τους διαφορετικούς ήχους της γλώσσας μας από πολύ νωρίς.

Να του μιλάτε αργά και καθαρά.  Σε καμία περίπτωση μη διορθώσετε την ομιλία του . Αν για παράδειγμα  πει «θέλω νελό», μπορείτε να πείτε « ναι, θέλεις νερό». Εσείς απλά αναπαράγετε το πρότυπο ομιλίας που ακούει και θέλει να μιμηθεί το παιδί σας. 

Όταν δεν καταλαβαίνετε τι σας λέει, εξηγείστε του ότι θα προσπαθήσετε να το ακούσετε και να καταλάβετε τα λεγόμενα του. Αν χρειαστεί,  παροτρύνετε το να σας δείξει με νοήματα ή με άλλο τρόπο, τι χρειάζεται. Αγκαλιάστε και αποδεχτείτε την απογοήτευση που νιώθει,  όταν αυτό που σας λέει δεν είναι κατανοητό.

Τέλος ο παρακάτω πίνακας θα σας ενημερώσει σε ποια ηλικία κατακτώνται ανάλογοι ήχοι της ομιλίας μας. Ενισχύστε τις φωνούλες-ήχους που αντιστοιχούν στην ηλικία του παιδιού σας.

1-3 χρ.        π       μ       μπ      π     κ     γκ     γ      χ

3-4 χρ         ν      ντ        χ       φ     λ      σ     ζ      β     χι    χε     γι     γε      για - χια

4-5 χρ         τσ     τζ        δ       θ    λιο

5-6 χρ         ρ

 

                                    Άννα Μαστορή

     Λογοπεδικός-Ειδ. Παιδαγωγός-Παιγνιοθεραπευτρια

             Επιστημονική υπεύθυνος προγραμμάτων

στο κέντρο  ειδικών θεραπειών «ΕΚΦΡΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»

Μήπως η ωτίτιδα επηρεάζει την ομιλία του παιδιού μου; | Γράφει η Άννα Μαστορή

Η ωτίτιδα, φλεγμονή του αυτιού, είναι μία από τις πιο κοινές ασθένειες που συναντάει κανείς από τη γέννηση έως το τρίτο έτος ηλικίας του παιδιού. Το συσσωρευμένο πυώδες υγρό στο μεσαίο αυτί ενεργεί σαν σφουγγάρι που εμποδίζει το αυτί να αντιληφθεί  επακριβώς τον παραγόμενο ήχο. Το διάστημα που ένα παιδί υποφέρει από ωτίτιδα, χάνει περίπου το 40% από την ακουστική του ικανότητα. Αυτή η παροδική απώλεια ακουστικής δεξιότητας μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση στην γλωσσική του εξέλιξη.

 Για να κατανοήσετε πως ακριβώς ακούει  τους ήχους το παιδί με εκκριτική ωτίτιδα, κλείστε τα αυτιά σας με το δάχτυλο σας. Στη συνέχεια ακούστε κάποιον άλλον που διαβάζει  δυνατά ή μιλάει απευθυνόμενος σε σας.

Σκεφτείτε:

  • Τι συμβαίνει όταν δεν έχετε οπτική επαφή με τον ομιλητή;
  • Τι γίνεται όταν εκείνη τη στιγμή κάτι διασπά την προσοχή σας;
  • Μήπως ήδη έχετε κουραστεί ή βαρεθεί να προσπαθείτε να ακούσετε τον ομιλητή σας;

Πιθανότατα στην προσπάθεια σας αυτή δεν θα ακούγατε με ακρίβεια ότι ειπώθηκε. Επίσης  θα δυσκολευόσασταν να διακρίνετε τα τελικά σύμφωνα στα άρθρα και στις λέξεις. Η δυσκολία αυτή θα συνεχιζόταν  στην διάκριση των λέξεων που περιέχουν  τα άηχα ή χαμηλής συχνότητας σύμφωνα (φ,θ,χ,σ).

Λόγω αυτής της ακουστικής αδυναμίας δεν είναι περίεργο που πολύ συχνά τα παιδιά με ωτίτιδα  δεν μιλάνε καθαρά. Συνήθως δεν προφέρουν σωστά τις λέξεις ή αναπαράγουν πότε την τονισμένη συλλαβή, π.χ. «πες» για τη λέξη «καναπές» πότε τη συλλαβή με το  ηχηρό σύμφωνο, π.χ. «τια» για τη λέξη «φωτιά» .  

Όλα τα παιδιά μπορεί κάποια στιγμή να παρουσιάσουν ωτίτιδα, σε κάποια απ’ αυτά όμως είναι χρόνια.  Επειδή  λοιπόν η φλεγμονή μπορεί να διαρκέσει έως και 6 εβδομάδες και επειδή η εξέλιξη του λόγου βρίσκεται στο ζενίθ του από το 1ο – 4ο έτος ηλικίας ,θα ήταν ιδιαίτερα  σημαντικό οι γονείς και ο παιδίατρος να δώσουν την ανάλογη σημασία και να   αναγνωρίσουν τυχόν γλωσσικές  δυσκολίες  του παιδιού τους, την περίοδο αυτή.

                          

                             Άννα Μαστορή

                 Λογοπεδικός-Ειδ. Παιδαγωγός

                        Παιγνιοθεραπευτρια

             Επιστημονική υπεύθυνος προγραμμάτων

στο κέντρο ειδικών θεραπειών έκφραση και ανάπτυξη                         

 

Ο δεσμός μητέρας- βρέφους στην επιλόχεια κατάθλιψη | Γράφει η Άννα Μαστορή

 Η γέννηση ενός παιδιού συνεπάγεται μεγάλες αλλαγές στη ζωή της οικογένειας, ειδικά σε ότι αφορά την μητέρα. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις που η μητρότητα φέρνει στο προσκήνιο, δεν είναι πάντα κάτι εύκολο. Ο αρχικός ενθουσιασμός, η ευτυχία και η ικανοποίηση συχνά συνοδεύονται και από πολλά δυσφορικά συναισθήματα όπως άγχος, θλίψη, σύγχυση, εξάντληση .

   Τα δυο τρίτα των γυναικών για ένα χρονικό διάστημα μετά το τοκετό πάσχουν από διαταραχές διάθεσης, αλλά μέσα σε τέσσερις εβδομάδες ξεπερνούν το πρόβλημα αυτό. Πολλές, όμως, μητέρες εξαιτίας πολλών παραγόντων υποφέρουν από επιλόχεια κατάθλιψη. Η επιλόχεια κατάθλιψη συνήθως διαγιγνώσκεται 4 - 12 εβδομάδες μετά το τοκετό και επηρεάζει περίπου το 15% των μητέρων. Η εμφάνιση της σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, όπως τα επίπεδα ορμονών του θυροειδή αδένα τα οποία μπορούν να μειωθούν και να προκαλέσουν κατάθλιψη, αίσθημα πίεσης από τις αλλαγές που επιφέρει ο ερχομός του νεογνού, συναισθήματα απώλειας: της ταυτότητας, του ρόλου, της σιλουέτας, της αίσθησης να είναι ελκυστική, μείωση του ελεύθερου χρόνου, το συναισθηματικό περιβάλλον της μητέρας κατά την παιδική της ηλικία.

 Τα χαρακτηριστικά της επιλόχειας κατάθλιψης είναι η σύγχυση, οξύ άγχος, ενοχές, συμπτώματα δυσφορίας, συναισθηματική αστάθεια, αϋπνία, κούραση και αυτοκτονικός ιδεασμός.

 Η μητέρα με επιλόχεια κατάθλιψη διεκπεραιώνει όλα όσα πρέπει να κάνει με μηχανικό τρόπο χωρίς ψυχική επένδυση. μ’ αυτό τον τρόπο ταΐζει το παιδί, το φροντίζει, το καθαρίζει. Το βλέμμα της επηρεάζεται κι αυτό. Ενώ το μωρό αναζητά το βλέμμα της μητέρας που είναι ο πρώτος καθρέφτης του, συναντά ένα κενό. Δεν του προσφέρεται η πολύτιμη αντανάκλαση, την οποία έχει ανάγκη. Το αίσθημα δυσφορίας του είναι τεράστιο, καθώς στην πραγματικότητα έρχεται αντιμέτωπο με την ανυπαρξία. Μία ανυπαρξία που μοιάζει πολύ μ’ αυτό που λέει ο Winnicott (2003) :«αν το πρόσωπο της μητέρας είναι χωρίς ανταπόκριση, τότε είναι σαν να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και να μην βλέπεις τίποτα. Το βρέφος δεν παίρνει πίσω αυτό που δίνει, κοιτάζει την μητέρα του και δεν βλέπει τον εαυτό του πουθενά.»

 Αυτό το κενό μεταφέρεται στη σχέση της μητέρας με το παιδί και εκδηλώνεται ως μία απουσία που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή του.  Έτσι π.χ. όταν η μητέρα ταΐζει το παιδί και αυτό συμβαίνει, χωρίς να συνοδεύεται από την αγάπη που μεταδίδεται με το βλέμμα, το χάδι, το λίκνισμα, την ομιλία ή το τραγούδι, τότε δεν δημιουργούνται οι ανάλογες προυποθέσεις που συνθέτουν το «υποστηρικτικό περιβάλλον» κατά Winnicott (2003).Ο ίδιος δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στην πρωταρχική σχέση μητέρας-μωρού, στο βαθμό όπου ισχυρίζεται ότι: «Εάν ξεκινήσει κανείς να περιγράφει ένα μωρό, θα βρεθεί να περιγράφει ένα μωρό και κάποιον άλλο. Το μωρό δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του αλλά είναι στην ουσία μέρος μιας σχέσης». Το «κρατητικό περιβάλλον» (holding environment) υποδηλώνει όχι μόνο το σωματικό κράτημα του μωρού από την μητέρα αλλά και τη διατήρηση αίσθησης ασφάλειας, παροχή  προστασίας και  φροντίδας όπως και εκπλήρωση των αναγκών του μωρού μέσω της ενσυναίσθησης. Χωρίς αυτό το βρέφος δεν θα μπορούσε να επιβιώσει τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Η μητέρα που πάσχει από επιλόχεια κατάθλιψη, αναγνωρίζει την πάθησή της αλλά και την ανεπάρκεια της. Προσπαθεί να καλύψει το κενό με βεβιασμένες κινήσεις. Για παράδειγμα μπορεί να σφίγγει περισσότερο απ’ όσο πρέπει το μωρό της. Όμως το βρέφος είναι σε θέση να αναγνωρίσει αυτό που δεν είναι αρκετά καλό, που είναι λιγότερο ή περισσότερο από ό,τι του χρειάζεται, και αντιδρά έντονα, κάτι που επιδεινώνει το συναίσθημα ανεπάρκειας της μητέρας και δημιουργείται φαύλος κύκλος. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα πρακτικά ζητήματα, όπως είναι η αλλαγή της πάνας, το μπάνιο κλπ. Η μητέρα που είναι θλιμμένη δεν παίζει με το παιδί. Δεν του μιλάει, δεν του τραγουδά, δεν το νανουρίζει.

 Κατά τον Bowlby πιθανότατα μία μητέρα που επικοινωνεί με το βρέφος της όπως περιγράφηκε παραπάνω, ίσως να θεωρείται «ανεπαρκής» μητέρα, άρα και ο δεσμός που θα προέκυπτε θα ήταν ανασφαλής . Ο ίδιος αναφέρεται στον πρωταρχικό δεσμό ως μία σταθερή σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βρέφος και στη μητέρα. Και για τους δύο θεωρείται ότι έχουν βιολογικά εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να έχουν την προδιάθεση να αντιδρούν θετικά ο ένας στον άλλον και να αναπτύσσουν στενό δεσμό. Ο Bowlby υποστηρίζει ότι αυτή η σχέση εξελίσσεται σε ασφαλή δεσμό σταδιακά καθώς η μητέρα μαθαίνει καλύτερα να διαβάζει τα σήματα του μωρού και να ανταποκρίνεται σωστά σ’ αυτά και το βρέφος μαθαίνει πως είναι η μητέρα του και πως μπορεί να κατευθύνει τη συμπεριφορά της. Η έμφυτη τάση αυτή περιγράφεται ως συμπεριφορά δεσμού η οποία ενεργοποιείται αμέσως μέχρι το τέλος του τρίτου έτους της ζωής. Όσο περισσότερη κοινωνική αλληλεπίδραση βιώνει το βρέφος με το πρόσωπο που επέλεξε, τόσο περισσότερο συνδέεται μαζί του. Όποιος φροντίζει το παιδί γίνεται η κύρια μορφή δεσμού.

 Η Ainsworth παρατηρεί πως αν η κύρια μορφή δεσμού ανταποκρίνεται έγκαιρα όταν το μωρό της κλαίει, αν το κοιτάζει, αν του χαμογελάει, αν του μιλάει, αν του προσφέρει τρυφερό και χαρούμενο κράτημα και το μωρό της ανταποκρίνεται θετικά ,τότε μεταξύ τους δημιουργείται ασφαλής δεσμός. Όμως οι μητέρες των παιδιών με ανασφαλή δεσμό, είναι ανυπόμονες με τα μωρά τους και δεν ανταποκρίνονται στα σήματα τους, ενδέχεται να εκφράζουν δυσάρεστα συναισθήματα για τα βρέφη τους και φαίνεται να αντλούν ελάχιστη ικανοποίηση από τη στενή επαφή μαζί τους. Τότε τα μωρά τους μπορεί να αντιδρούν προσαρμοστικά ή μπορεί να προσπαθούν έντονα να πάρουν συναισθηματική υποστήριξη ή να μην την αναζητούν καθόλου τη σχέση γιατί έχουν μάθει να ζουν χωρίς αυτήν.

Ένας άλλος τομέας που δείχνει να επηρεάζεται είναι αυτός που οργανώνει όλες τις ψυχικές διεργασίες. Οι γνωστικές λειτουργίες δεν βρίσκουν το κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθούν. Το παιχνίδι, πηγή χαράς αλλά και μάθησης απουσιάζει. Από την άλλη, η εγρήγορση της μητέρας στη νοηματοδότηση της πρώτης λέξης του μωρού δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε με συνέπεια την καθυστέρηση της ομιλίας. Η ανάπτυξη της συμβολικής σκέψης που και αυτή είναι αποτέλεσμα της διαπροσωπικής επαφής δυσλειτουργεί.  Η αρκετά καλά  εναρμονισμένη μητέρα θα γεμίσει με νόημα μία τυχαία λέξη ή πράξη του βρέφους. 

 Η Main (1991) ζήτησε από εντεκάχρονα παιδιά, που παλαιότερα είχαν ταξινομηθεί ως παιδιά με ασφαλή ή με ανασφαλή δεσμό, να αφηγηθούν προφορικά την αυτοβιογραφία τους. Σε σύγκριση με τα παιδιά με ανασφαλή δεσμό, οι ιστορίες των παιδιών με ασφαλή δεσμό ήταν πιο συγκροτημένες από άποψη συνοχής, είχαν πρόσβαση σε περισσότερες αναμνήσεις και έδειχναν μεγαλύτερη αυτεπίγνωση.

Τα αποτελέσματα αυτά υποστηρίζουν αναμφίβολα την άποψη ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και δείχνουν με τρόπο συναρπαστικό τη συνέχεια ανάμεσα στο προγλωσσικό βρεφικό εαυτό και στο κοινωνικό εαυτό. Τα πρότυπα σχέσεων που έχουν καθιερωθεί στο πρώτο έτος ζωής εξακολουθούν να έχουν ισχυρή επίδραση στην κατοπινή συμπεριφορά των παιδιών, στην κοινωνική τους προσαρμογή, στη αντίληψη τους για τον εαυτό και στην αυτοβιογραφική ικανότητα.

 Χρειάζεται όμως να τονιστεί πως αφού η σχέση γονιού-παιδιού λειτουργεί συνεχώς, καθώς προχωράει η ανάπτυξη, ενδέχεται αν μεταβληθούν οι συνθήκες που αφορούν τη μητέρα- π.χ. αν μία ανύπαντρη μητέρα δημιουργήσει μία σταθερή σχέση μ’ ένα σύντροφο-  ο ανασφαλής δεσμός να εξελιχθεί σε ασφαλή. Παρόμοιες μεταβολές μπορούν να συμβούν όταν μητέρα και νήπιο μπουν σε ψυχοθεραπεία (Murray and Cooper 1992).

 Σε μία παρέμβαση που έγινε σε  μητέρες που αντιμετώπιζαν κατάθλιψη, δέχονταν τακτικά την επίσκεψη ενός ειδικού, ο οποίος εδραίωνε πρώτα μία σχέση υποστήριξης μαζί τους και στη συνέχεια τις δίδασκε πώς να προκαλούν θετικότερες αντιδράσεις στα μωρά τους, παροτρύνοντας τους να συμμετέχουν μία φορά την εβδομάδα σε ομάδες γονέων. Τα νήπια αυτών των μητέρων, είχαν αργότερα υψηλότερες βαθμολογίες στα τεστ νοημοσύνης και ήταν πιθανό να αναπτύξουν ασφαλή δεσμό στη μητέρα σε σχέση  με τα νήπια των οποίων οι καταθλιπτικές μητέρες δεν είχαν πάρει μέρος στην παρέμβαση (Lyons-Ruth κ.α., 1990).

 Μία άλλη παρέμβαση με μητέρες ευερέθιστων βρεφών παρακολούθησαν ένα τρίμηνο πρόγραμμα που αποσκοπούσε στην αύξηση της ευαισθησίας τους και της ικανότητας τους να ανταποκρίνονται στα κοινωνικά σήματα του μωρού τους. Οι μητέρες αυτές όχι μόνο εξελίχθηκαν σε περισσότερο ευαίσθητους γονείς, αλλά και τα παιδιά τους ήταν πλέον πιο πιθανό να αναπτύξουν ασφαλή δεσμό σε ηλικία 12 μηνών και να αισθάνονται περισσότερο ασφαλή  με τη μητέρα τους σε ηλικία 3,5 ετών σε σχέση με τα παιδιά που οι μητέρες δεν συμμετείχαν στην παρέμβαση (Van den Boom).

 Συνεπώς η επιλόχειος κατάθλιψη θα μπορούσε να είναι στις καταστάσεις όπου οι συνθήκες μεταβάλλονται αφού δεν διαρκεί για πάντα. Η μητέρα θα «ζωντανέψει» κάποια στιγμή και θα αποκατασταθεί η σχέση με το παιδί αργότερα. Όμως, αναμφισβήτητα ένα σημαντικό στάδιο στην ανάπτυξή του σημαδεύεται.

 

            Άννα Μαστορή

Λογοπεδικός-Ειδ. Παιδαγωγός

      Παιγνιοθεραπεύτρια

Ο ρόλος του λογοθεραπευτή στις δυσκολίες του λόγου έως την ηλικία των 5 ετών | Γράφει η Άννα Μαστορή

Ο λογοθεραπευτής καλείται  να προσδιορίσει την φύση της διαταραχής και να αναπτύξει μια δυναμική θεραπευτική κατεύθυνση, με επίκεντρο την κατανόηση του παιδιού μέσα στο περιβάλλον του. Στόχος του αποτελεί η αποκατάσταση της απόκλισης δημιουργώντας παράλληλα στο παιδί θετική εικόνα για τον εαυτό του.

Στην περίπτωση που το παιδί παρουσιάζει κάποια δυσκολία σε βρεφική  ηλικία, ο ρόλος του λογοπεδικού είναι συμβουλευτικός. Οι γονείς του ενημερώνονται  για τα στάδια φυσιολογικής εξέλιξης του λόγου και της επικοινωνίας που θα έπρεπε να βρίσκεται εφόσον πρώτα ερευνήσει τους λόγους π.χ. μιας καθυστέρησης ομιλίας και εκπαιδεύονται από τον λογοθεραπευτή με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν ερεθίσματα στο παιδί τους για να κατακτήσει τα δεδομένα στάδια.  Με αυτό τον τρόπο καλλιεργεί το έδαφος για μια αποτελεσματικότερη θεραπευτική παρέμβαση αν χρειαστεί και προτείνει τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της θεραπείας.

 Όταν το παιδί έχει συμπληρώσει το τρίτο έτος της ηλικίας του, τότε γονείς και λογοθεραπευτής συνεργάζονται σε πιο τακτικό επίπεδο. Πολλές φορές λόγω της πολυπλοκότητας της διαταραχής συνιστάται η αναζήτηση παράλληλης θεραπευτικής σχέσης με άλλες ειδικότητες όπως εργοθεραπεία, ψυχολογική υποστήριξη, οικογενειακή θεραπεία, ψυχοθεραπεία κ.α.

 Πριν υποψιαστούμε οποιοδήποτε  πρόβλημα ομιλίας υποχρεούμαστε να γνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη της γλώσσας βασίζεται σε τέσσερις συνιστώσες: την φωνολογία, την σημασιολογία, την σύνταξη και την πραγματολογία.

Η φωνολογία ουσιαστικά αποτελεί το ηχητικό σύστημα της γλώσσας.  Περιλαμβάνει τις ηχητικές μονάδες (φωνήματα), ο συνδυασμός των οποίων παράγει ενότητες λόγου ( λέξεις ) οι οποίες απαιτούν κάποιο νόημα.  Τα παιδιά πρέπει οπωσδήποτε να μάθουν να παράγουν τους ήχους για να μπορούν να κατανοούν τα λεγόμενα των άλλων και να γίνονται τα ίδια αντιληπτά όταν μιλούν.

          Η σημασιολογία είναι σημαντικό να κατακτηθεί από το παιδί γιατί αναφέρεται σε νοήματα που εκφράζονται με λέξεις και προτάσεις.  Οι λέξεις συμβολίζουν συγκεκριμένα αντικείμενα, ενέργειες, σχέσεις.  Όταν συνδυαστούν αποδίδουν πολυπλοκότερα νοήματα, τα οποία πρέπει να αποδοθούν από το παιδί αφού πρώτα κατανοηθούν.

Η σύνταξη είναι η δομή μιας πρότασης, στην ουσία συνδυάζονται οι λέξεις με τους γραμματικούς κανόνες για να παράγουν μια πρόταση η οποία φέρει κάποιο νόημα.

Η πραγματολογία μαθαίνει στο παιδί με ποιο τρόπο θα πρέπει να χρησιμοποιείται η γλώσσα αποτελεσματικά σε συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια.

Οι γονείς  επίσης είναι σημαντικό να γνωρίζουν τα στάδια ανάπτυξης του λόγου, να παρατηρούν στενά τα παιδιά τους έτσι ώστε να υπάρχει βάσιμος λόγος ανησυχίας.  Ανάλογα με την ηλικία, θα πρέπει οι γονείς να ανησυχούν :

  Όταν το παιδί στην ηλικία των 18 μηνών δεν κατανοεί απλές εντολές, χρησιμοποιεί μόνο 2-3 λέξεις ενώ στο λεξιλόγιο του θα έπρεπε να προστίθενται 10-20 λέξεις εβδομαδιαίως. 

  • Όταν στην ηλικία των 2 χρονών δεν σχηματίζει προτάσεις τηλεγραφικού τύπου π.χ. «μαμά κοκό» δηλ «μαμά θέλω γλυκό» Σ΄αυτό το στάδιο γλωσσικής εξέλιξης το εκφραστικό λεξιλόγιο φυσιολογικά υπερβαίνει τις 100 λέξεις. Επίσης εκδηλώνουν μεγάλη επιθυμία να μοιραστούν τα νοήματα καινούριων λέξεων με τους γονείς τους.

  • Όταν στην ηλικία των 3 χρονών δεν είναι σε θέση να συμμετάσχει σε απλές συζητήσεις και να υποβάλει επίσης απλές ερωτήσεις. Σ’ αυτή την περίοδο συντελείται ραγδαία εξέλιξη λεξιλογίου. Το παιδί είναι σε θέση να κατανοεί και ν
    α χρησιμοποιεί ουσιαστικά, άρθρα, επίθετα, ρήματα, προθέσεις.
  • Όταν στην ηλικία των 4 χρονών οι προτάσεις του είναι μικρές και ελλειπτικές π.χ. λέει «θέλω πάω το σπίτι» αντί να λέει «θέλω να πάω στο σπίτι», όταν δεν μπορεί να διηγηθεί δικές του ιστορίες και όταν η ομιλία του δεν έχει ωριμάσει φωνολογικά.

  • Όταν στην ηλικία των 5 χρονών ο λόγος του αποτελείται από φτωχές και μικρές προτάσεις. Ενώ το μέσω μήκος μιας πρότασης θα έπρεπε να είναι με 10 λέξεις και το ενεργό λεξιλόγιο περιέχει 5.000 λέξεις. Σ’ αυτή την ηλικία δείχνουμε ανοχή μόνο στους φθόγους /ρ/ και /σ/ , αφού πρώτα αποκλείσουμε το ενδεχόμενο λειτουργικής ανεπάρκειας όπως ορθοδοντικές ανωμαλίες, κοντός χαλινός.